Το αμερικανικό τελεσίγραφο, που απαιτούσε την αποχώρηση του Ιρακινού προέδρου Σαντάμ Χουσέιν, εξέπνευσε τα ξημερώματα της 20ης Μαρτίου 2003, αλλά στη Βαγδάτη επικρατούσε σιωπή.

«Πάμε!»: 10.000 χιλιόμετρα πιο μακριά από τον Λευκό Οίκο ο Τζορτζ Ου. Μπους έδωσε την εντολή για να ξεκινήσει η επιχείρηση εναντίον του Σαντάμ Χουσέιν και αμέσως ένα σύννεφο πυραύλων Κρουζ έπληξε συνοικία της ιρακινής πρωτεύουσας.

Στις 05:35 τοπική ώρα ο πόλεμος ξεκίνησε. Κωδικό όνομα: «Ιρακινή Ελευθερία».

Περίπου 150.000 Αμερικανοί και 40.000 Βρετανοί είχαν αναπτυχθεί στο Ιράκ για μια επιχείρηση αστραπή, η οποία προκάλεσε διαδηλώσεις διαμαρτυρίας σε πολλές δυτικές πρωτεύουσες.

Τρεις εβδομάδες ήταν αρκετές για να καταληφθεί η Βαγδάτη, στις 9 Απριλίου. Ένας προληπτικός πόλεμος, τον οποίο Αμερικανοί και Βρετανοί δικαιολόγησαν ισχυριζόμενοι ότι στο Ιράκ υπήρχαν όπλα μαζικής καταστροφή (WMD), βιολογικά, χημικά ή πυρηνικά. Αυτά ποτέ δεν βρέθηκαν.

Μπάλα φωτιάς

Η ιρακινή αντιαεροπορική άμυνα απάντησε στους πρώτους βομβαρδισμούς των ΗΠΑ και της Βρετανίας. Σε διάστημα μίας ώρας ο ουρανός είχε μετατραπεί σε μια μπάλα φωτιάς.

Στην τηλεόραση ο Χουσέιν, με στρατιωτική στολή και μαύρο μπερέ, καλεί τους Ιρακινούς «να αντισταθούν στους εισβολείς».

Το βράδυ δεκάδες χιλιάδες Αμερικανοί και Βρετανοί στρατιώτες εισέρχονται στο Ιράκ από τον νότο, μέσω του Κουβέιτ.

Είκοσι τέσσερις ώρες αργότερα οι βομβαρδισμοί είναι ανηλεείς, πλήττεται μεταξύ άλλων και το προεδρικό μέγαρο.

Χερσαία προέλαση

Στις 25 Μαρτίου περίπου 4.000 πεζοναύτες φτάνουν την πόλη Νασιρίγια, κρίσιμο στάδιο για τον δρόμο προς τη Βαγδάτη, που απέχει 370 χιλιόμετρα, διασχίζοντας τον ποταμό Ευφράτη έπειτα από σφοδρές μάχες.

Έξι ημέρες αργότερα Αμερικανοί στρατιώτες συγκρούονται με μονάδες της Ιρακινής Ρεπουμπλικανικής Φρουράς κοντά στην ιερή για τους σιίτες πόλη Κερμπάλα.

Καταλαμβάνουν το διεθνές αεροδρόμιο της Βαγδάτης στις 4 Απριλίου και στις 7 του ίδιου μήνα φτάνουν ως την καρδιά του καθεστώτος, καταλαμβάνοντας τρία προεδρικά μέγαρα.

Το καθεστώς καταρρέει

Στις 9 Απριλίου καταρρέει το καθεστώς. Μία εικόνα έχει μείνει στη μνήμη όλων: το γκρέμισμα του τεράστιου αγάλματος του Σαντάμ Χουσέιν στο κέντρο της Βαγδάτης.

Αφού αμερικανικό τεθωρακισμένο το τραβάει και το ρίχνει από το βάθρο του, δεκάδες Ιρακινοί ποδοπατούν το άγαλμα μπροστά στις κάμερες τηλεοράσεων από όλο τον κόσμο.

Ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας Ντόναλντ Ράμσφελντ συνέκρινε το γεγονός αυτό με «την πτώση του τείχους του Βερολίνου». Κάτοικοι της Βαγδάτης διηγούνται ιστορίες για τον «βασανιστή» Χουσέιν.

Σκηνές χάους

Η Βαγδάτη βυθίζεται στο χάος. Άνθρωποι λεηλατούν υπουργεία, σπίτια αξιωματούχων, παίρνοντας ό,τι βρίσκουν. Το εθνικό μουσείο, όπου φυλάσσονταν 7.000 χρόνια Ιστορίας, δεν γλίτωσε.

Η Κιρκούκ και η Μοσούλη, πόλεις στο βόρειο Ιράκ, πέφτουν χωρίς μεγάλη αντίσταση στα χέρια των Κούρδων, οι οποίοι στη συνέχεια αποσύρονται προς όφελος των Αμερικανών. Μετά παραδίδεται η Τικρίτ, 180 χιλιόμετρα βόρεια της Βαγδάτη, προπύργιο του Χουσέιν.

Την 1η Μαΐου ο Αμερικανός πρόεδρος κηρύσσει «το τέλος των μαχών», αλλά «ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» συνεχίζεται.

Ο Σαντάμ σε ένα υπόγειο

Μέχρι τότε κανείς δεν είχε εντοπίσει τον Σαντάμ Χουσέιν. Η Ουάσινγκτον τον επικήρυξε τον Ιούλιο έναντι 25 εκατομμυρίων δολαρίων.

Έπειτα από αναζήτηση εννέα μηνών, ο Χουσέιν που κυβέρνησε επιβάλλοντας τον τρόμο επί 24 χρόνια, συνελήφθη στις 13 Δεκεμβρίου 2003 κρυμμένος στο υπόγειο ενός αγροκτήματος κοντά στην Τικρίτ.

«Τον έχουμε», δήλωσε ο επικεφαλής της αμερικανικής πολιτικής διοίκησης του Ιράκ, ο Πολ Μπρέμερ.

Σε βίντεο εμφανίζεται ο Χουσέιν με βλοσυρό και κουρασμένο πρόσωπο, έχοντας γενειάδα. Δικάστηκε και καταδικάστηκε και εκτελέστηκε δι’ απαγχονισμού στα τέλη του 2006.

Όπλα μαζικής καταστροφής

Στις αρχές Οκτωβρίου 2003 ο Ντέιβιντ Κέι, επικεφαλής της αμερικανικής αποστολής έρευνας για όπλα μαζικής καταστροφής στο Ιράκ, δηλώνει ότι δεν εντοπίστηκαν τέτοιου είδους όπλα.

Οι κατηγορίες περί χειραγώγησης των υπηρεσιών Πληροφοριών αυξάνονται εναντίον του Μπους και του Βρετανού πρωθυποργού Τόνι Μπλερ.

Και όταν οι αμερικανικές δυνάμεις ολοκληρώνουν την απόσυρσή τους από το Ιράκ, στις 18 Δεκεμβρίου 2011, έπειτα από οκτώ χρόνια και εννέα μήνες παρουσίας στη χώρα, ο απολογισμός είναι τεράστιος: χρόνια διεθνοτικού πολέμου, μάχες στους δρόμους της Φαλούτζα, ωμότητες εναντίον κρατουμένων στο Αμπού Γκράιμπ…

Από το 2003 ως το 2011 περισσότεροι από 100.000 άμαχοι σκοτώθηκαν, σύμφωνα με την οργάνωση Iraq Body Count, με τις ΗΠΑ να αναφέρουν σχεδόν 4.500 θανάτους στις τάξεις τους.

Είκοσι χρόνια μετά την αμερικανική εισβολή, η χώρα είναι πολύ μακριά από τη “φιλελεύθερη δημοκρατία” που φανταζόταν ο Τζορτζ Ου. Μπους

Το Ιράκ του 2023 είναι πολύ μακριά από τη «φιλελεύθερη δημοκρατία» που φανταζόταν ο Αμερικανός πρόεδρος Τζορτζ Ου. Μπους μετά την ανατροπή του Σαντάμ Χουσέιν πριν 20 χρόνια: έπειτα από αιματηρές συγκρούσεις, η διαφθορά και η αστάθεια ταλανίζουν τη χώρα αυτή, η οποία έχει πλέον ενισχύσει τους δεσμούς της με το Ιράν, τον μεγάλο αντίπαλο των ΗΠΑ.

Ο στόχος που είχε θέσει η αμερικανική κυβέρνηση ήταν απλός: τα αμερικανικά στρατεύματα και αυτά του διεθνούς συνασπισμού που εστάλησαν στην έρημο του Ιράκ στις 20 Μαρτίου 2003 είχαν εντολή να εντοπίσουν τα όπλα μαζικής καταστροφής που φέρεται να είχε το καθεστώς του Σαντάμ Χουσέιν. Όμως οι Αμερικανοί πεζοναύτες δεν τα βρήκαν ποτέ.

Ο Χουσέιν, που βρισκόταν στην εξουσία από το 1979, ανατράπηκε γρήγορα. Στη θέση του ο Μπους επιθυμούσε να «επιβάλει μια φιλελεύθερη δημοκρατία», όπως εξηγεί στο AFP ο αναλυτής Σάμιουελ Χέλφοντ. Όμως «οι ΗΠΑ αγνοούσαν τα πάντα για το Ιράκ».

«Δεν κατανοούσαν ούτε τη φύση της ιρακινής κοινωνίας ούτε τη φύση του καθεστώτος που ανέτρεψαν», σημειώνει ο αναπληρωτής καθηγητής στρατηγικής και πολιτικής στο Naval Postgraduate School of California.

Στην πραγματικότητα, η αμερικανική εισβολή άνοιξε το κουτί της Πανδώρας. Η επίθεση εναντίον ενός σιιτικού μαυσωλείου στη Σαμάρα, βόρεια της Βαγδάτης, στις 22 Φεβρουαρίου 2006 αποτέλεσε την αφορμή για το ξέσπασμα ενός εμφύλιου πολέμου πρωτοφανούς βίας που διήρκησε ως το 2008.

Από το 2003 ως το 2011 -χρονιά κατά την οποία ολοκληρώθηκε η αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων από τη χώρα — περισσότεροι από 100.000 άμαχοι σκοτώθηκαν στο Ιράκ, σύμφωνα με την οργάνωση Iraq Body Count, με τις ΗΠΑ να αναφέρουν σχεδόν 4.500 θανάτους στις τάξεις τους.

Όμως το πιο πρόσφατο τραύμα είναι η κατάληψη σχεδόν του ενός τρίτου του ιρακινού εδάφους από το Ισλαμικό Κράτος, από το καλοκαίρι του 2014 ως τον Δεκέμβριο του 2017, όταν η Βαγδάτη μαζί με έναν διεθνή συνασπισμό κήρυξαν «τη στρατιωτική» νίκη επί των τζιχαντιστών.

«Προς τον εκδημοκρατισμό»

Με το πέρασμα των ετών, η βία άλλαξε βαθιά την ιρακινή κοινωνία, η οποία ξεχώριζε από τη μεγάλη ποικιλία εθνοτήτων και θρησκευτικών δογμάτων.

Αφού έγινε στόχος επιθέσεων στη διάρκεια του διαδογματικού πολέμου και στη συνέχεια ωμοτήτων από τους τζιχαντιστές, η χριστιανική κοινότητα μειώθηκε κατά πολύ, με διαδοχικά κύματα μετανάστευσης. Κάτι αντίστοιχο συνέβη και στην κοινότητα των Γιαζίντι, που έπεσε θύμα των εγκλημάτων του ΙΚ, τα οποία έχουν χαρακτηρίσει γενοκτονία ερευνητές του ΟΗΕ.

Εμπόλεμη χώρα, το Ιράκ βυθίστηκε στην αστάθεια.

Οι σχέσεις μεταξύ του Ιρακινού Κουρδιστάν, μιας ημιαυτόνομης περιοχής που συνεχώς προσπαθεί να κερδίσει περισσότερη αυτονομία, και της Βαγδάτης συχνά οξύνονται, κυρίως με αφορμή τις εξαγωγές πετρελαίου.

Στα τέλη του 2019 ξέσπασαν στο Ιράκ τεράστιες διαδηλώσεις κατά της ενδημικής διαφθοράς, της «αταξίας» και «των παρεμβάσεων» από το γειτονικό Ιράν, οι οποίες κατεστάλησαν με βία.

Ακολούθησαν πρόωρες βουλευτικές εκλογές τον Οκτώβριο του 2021. Τα κόμματα χρειάστηκαν έναν χρόνο για να συμφωνήσουν στον νέο πρωθυπουργό της χώρας, έπειτα από ομηρικούς καυγάδες, ακόμη και ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ αντίπαλων σιιτικών ομάδων.

Σήμερα πρωθυπουργός του Ιράκ είναι ο Μοχάμεντ Σία αλ Σουντάνι, ο οποίος δηλώνει ότι θέλει να αντιμετωπίσει τη διαφθορά, σε μια χώρα που βρίσκεται στην 157η θέση των πιο διεφθαρμένων χωρών στον κατάλογο της μη κυβερνητικής οργάνωσης Transparency International που περιλαμβάνει 180 χώρες.

Ένα τιτάνιο έργο, διότι «η διαφθορά είναι ριζωμένη στο Ιράκ», όπως υπογραμμίζει ο Καναδοϊρακινός πολιτικός επιστήμονας Χαμζέχ Χαντάντ.

«Μιλάμε για την 20η επέτειο (από την εισβολή) αλλά όλοι οι Ιρακινοί θα πουν ότι η διαφθορά άρχισε να εξαπλώνεται την εποχή των κυρώσεων», που υιοθέτησε η διεθνής κοινότητα εναντίον του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσέιν τη δεκαετία του 1990, σημειώνει.

Σε αυτό προστίθενται οι υπό κατάρρευση υποδομές, σε μια χώρα πλούσια σε πετρέλαιο. Οι διακοπές ρεύματος είναι καθημερινές, οι δρόμοι έχουν καταστραφεί, η υδροδότηση σπάνια. Η καθημερινότητα αποτελεί μάχη για το ένα τρίτο των 42 εκατ. Ιρακινών που ζουν στη φτώχεια.

Όμως ο Χαντάντ εκτιμά ότι το Ιράκ «είναι ένα κράτος στον δρόμο προς τον εκδημοκρατισμό. Οι άνθρωποι έχουν την τάση να ξεχνούν ότι είκοσι χρόνια είναι μια πολύ μικρή περίοδος για τη ζωή ενός κράτους».

«Ισορροπία»

Σήμερα στο Ιράκ, όπου η πλειονότητα των κατοίκων είναι σιίτες, «τα σιιτικά πολιτικά κόμματα είναι οι πιο ισχυροί παράγοντες», επισημαίνει ο Χάμντι Μαλίκ του Washington Institute.

Και, παρά τις διαφωνίες τους, «τα σιιτικά κινήματα που στηρίζονται από το Ιράν κατάφεραν να κρατήσουν μια κάποια συνοχή» για να διατηρήσουν τις σχέσεις τους, ενώ η Τεχεράνη «διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στην εγγύηση αυτής της συνοχής», υπογραμμίζει.

Μετά τον πόλεμο της δεκαετίας του 1980, το Ιράν, ο μεγάλος εχθρός των ΗΠΑ, ήρθε μετά το 2003 πιο κοντά στο Ιράκ.

Εκτός από τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των δύο χωρών και την εξάρτηση από το ιρανικό φυσικό αέριο, το Ιράκ μετρά περισσότερους από 150.000 πρώην παραστρατιωτικούς στη Χασντ αλ Σάαμπι, έναν συνασπισμό φιλοϊρανικών παραστρατιωτικών ομάδων που πλέον έχουν ενταχθεί στον κρατικό μηχανισμό.

Με τα φιλοϊρανικά κόμματα να κυριαρχούν στο ιρακινό κοινοβούλιο και την κυβέρνηση αλ Σουντάνι να προέρχεται από αυτά, η Τεχεράνη έχει εδραιώσει ακόμη περισσότερο την επιρροή της στο Ιράκ.

Δυτικός διπλωμάτης από τη Βαγδάτη εμφανίζεται αισιόδοξος σε ό,τι αφορά τις απόψεις του Ιρακινού πρωθυπουργού. «Προσπαθεί να πετύχει μια ισορροπία μεταξύ των σχέσεων με το Ιράν, τους σουνίτες γείτονες (του Ιράκ) και τη Δύση», δηλώνει, επιθυμώντας να διατηρήσει την ανωνυμία του. «Είναι μια πολύ δύσκολη άσκηση».

AΠΕ-ΜΠΕ